Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Τζιτζίκι και μυρμήγκια

Τζιτζίκι και μυρμήγκια

Μέσ᾿ στον χειμώνα στέγνωναν μυρμήγκια το σιτάρι
κι ένα τζιτζίκι ζήτησε λίγα σπυριά να πάρει.
«Γιατί τροφή δεν μάζευες και συ το καλοκαίρι;»
«Νυχθημερόν τραγούδαγα στα σκιερά τα μέρη».
«Αφού λοιπόν ολόκληρο το θέρος τραγουδούσες
χειμώνα τώρα χόρευε, μια κι αγαπάς τις Μούσες».

Τέττιξ κα Μύρμηκες

Χειμνος ρ τν σίτων βραχέντων ο μύρμηκες
ψυχον, τέττιξ δὲ λιμώττων τει ατος τροφν. Ο δὲ μύρ-
μηκες επον ατ: «Διὰ τί τ θέρος ο συνγες τροφήν;»
δέ επεν: «Οκ σχόλαζον, λλ δον μουσικς.» Ο δὲ γε-
λάσαντες επον: «λλ ε θέρους ραις ηλεις, χειμνος
ρχο


Αισώπειοι Μύθοι, 2016

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο Γέρος και ο Χάρος

Ένας γέρος ξυλοκόπος για πολύ επερπατούσε
και στην πλάτη το φορτίο το βαρύ εκουβαλούσε.
Μη αντέχοντάς το άλλο καταγής το παρατάει
και τον Χάρο κάπως έτσι τον θερμοπαρακαλάει:
«Δεν αντέχω άλλο πλέον, έλα, Χάρε, να με πάρεις»
και σαν φάνηκε ο Χάρος «ίνα το φορτίον άρεις».

Γέρων κα Θάνατος

Γέρων ποτὲ ξύλα κόψας [κα] τατα φέρων πολλν
δν βάδιζε. Διὰ τν κόπον τς δο ποθέμενος τ 
φορτίον τν Θάνατον πεκαλετο. Το δὲ Θανάτου φανέντος
κα πυθομένου, δι᾿ ν ατίαν ατν παρακαλεται, γέρων 
φη: «να τ φορτίον ρς.» [θανεν δὲ ο θέλω.]


Αισώπειοι Μύθοι, 2016

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Aστρονόμος

Είς αστρονόμος έβγαινε καθ᾿ όλας τας εσπέρας
και ανυψών τους οφθαλμούς κοίταζε τους αστέρας.
Κοιτάζοντας τον ουρανό μια νύκτα με σκοτάδι
δεν πρόσεξε ο δύστυχος κι έπεσε σε πηγάδι.
Ενώ ᾿κει μέσα ευρίσκετο πραγματικός σακάτης,
αφού έμαθε τι έγινε, του λέει ένας διαβάτης:
«Εσύ δεν δύνασαι να δεις τι βρίσκεται μπροστά σου
και τ᾿ άστρα ψάχνεις να ιδείς χιλιόμετρα μακριά σου;»

στρολόγος

στρολόγος ξιν κάστοτε σπέρας θος εχε
τος στέρας πισκοπσαι· κα δή ποτέ περιιν ες τ
προάστειον κα τν νον λον χων ν τ οραν λαθε
καταπεσν ες φρέαρ. δυρομένου δὲ ατο κα βοντος,
παριών τις ς κουσε τν στεναγμν, προσελθν και
μαθν τὰ συμβεβηκότα, φη πρς ατόν: « οτος, σ τὰ
ν οραν βλέπειν πειρώμενος τὰ π τς γς οχ ρς;»

Αισώπειοι Μύθοι, 2016

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Ο μεσόκοπος και οι φιλενάδες

Ένας ανήρ μεσόκοπος είχε δυο ερωμένες,
η μία νια, η άλλη γριά, οι τρισκαταραμένες.
Η γραία που ντρεπότανε με νέο νά ᾿χει σχέση
τις μαύρες τρίχες βάλθηκε όλες να τ᾿ αφαιρέσει.
Κι η νέα που δεν ήθελε με γέρο να γυρίζει
τις άσπρες τρίχες τού ᾿βγαζε για νέος να μυρίζει.
Και βγάλε βγάλε του φτωχού, δεν εύρισκε μιαν άκρα
ώσπου στο τέλος έμεινε μόνο με τη φαλάκρα!

νρ Μεσαιπόλιος κα ταραι

νρ μεσαιπόλιος δύο ρωμένας εχεν, ν μὲν
νέα, δὲ πρεσβτις. Κα μὲν προβεβηκυα αδουμένη
νεωτέρ ατς πλησιάζειν, διετέλει, ε ποτε πρς ατν
παρεγένετο, τὰς μελαίνας ατο τρίχας περιαιρουμένη·
δὲ νεωτέρα ποστελλομένη γέροντα ραστήν χειν τὰς
πολιὰς ατο πέσπα. Κα οτω συνέβη π μφοτέρων
ατν περιτιλλόμενον φαλακρν γενέσθαι.

Αισώπειοι Μύθοι – έμμετρη απόδοση, 2016