Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Γιορτή και μεθεόρτια

Με τη γιορτή εμάλωνε η επομένη μέρα
λέγοντας από τη γιορτή πως είναι ανωτέρα.
«Εσύ είσαι κοπιαστική, γεμάτη ασχολίες
ενώ εγώ ᾿μαι άνετη, γεμάτη ευωχίες
π᾿ απολαμβάνουν οι πιστοί με άνεση καμπόση».
Και η γιορτή κατάφερε να την αποστομώσει:
«Είναι αλήθεια αυτά που λες, ω επομένη μέρα,
αλλ᾿ αν δεν ήμουνα εγώ τι θά ᾿σουν θυγατέρα;»              
                                 
Ἑορτὴ καὶ Ὑστεραία


 Τῇ ἑορτῇ φασι τὴν ὑστεραίαν ἐρίσαι λέγουσαν ὡς 
ἐκείνη μὲν ἀσχολιῶν τε μεστὴ καὶ κοπώδης ἐστίν, 
ἐν αὐτῇ δὲ πάντες ἀπολαύουσι τῶν παρεσκευασμένων 
σχολάζοντες· τὴν δ᾿ ἑορτὴν πρὸς ταῦτ᾿ εἰπεῖν: «Ἀληθῆ 
λέγεις· ἀλλ᾽ ἐμοῦ μὴ γενομένης, σὺ οὐκ ἄν ἦσθα.»

«ΑΙΣΩΠΕΙΟΙ ΜΥΘΟΙ», Εκδόσεις Γερμανός, 2016

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ

Οι δεινόσαυροι συγκάλεσαν γενική συνέλευση.
Πρώτος μίλησε ο τυραννόσαυρος.
- Συνερπετά, με τυραννεί μια σκέψη.
Κινδυνεύει η ύπαρξή μας
από κάτι πυγμαία τρωκτικά.
Πρέπει να δείξομε την πυγμή μας.
- Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα
βροντοφώναξε ο βροντόσαυρος.
Η κατάστασή μας είναι δεινή
αγαπητοί δεινόσαυροι.
Πρέπει να χαραχθεί
μία κοινή γραμμή.

Όλοι συμφώνησαν με την κοινή
μα διαφώνησαν στη γραμμή.

Σήμερα βρέθηκαν τα απολιθώματά τους.

Κάποιοι κροκόδειλοι που επέζησαν
χύνουν κροκοδείλια δάκρυα
για τους χαμένους συγγενείς.

ΦΥΣΙΟΔΡΟΜΙΟ, 2002

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Πατέρας και κόρες

΄Ενας πατήρ διέθετε δύο μονάχα κόρες
κι αμφότερες τις πάντρεψε με τις καλές τις ώρες.
Τη μία την επάντρεψε μ᾿ έναν περιβολάρη
και κεραμέα η δεύτερη κατάφερε να πάρει.
Μετά παρέλευση καιρού αρπάζει το ταγάρι
και πρώτην επισκέφθηκε την του περιβολάρη.
«Πώς τα περνάτε, κόρη μου, πώς πάει το περιβόλι;»
«Δόξα να έχει ο θεός και οι αγίοι όλοι»,
απάντησεν η κόρη του και εσταυροκοπήθη
και για να βρέξει σύντομα πρωτίστως εδεήθη,
να ποτισθούν τα λάχανα, να ποτισθούν οι κήποι,
να κρατηθούν πάντα μακρά ο πόνος και η λύπη.
Αργότερα επισκέφθηκε και την του κεραμέως
και ρώτησε πώς τα περνά, ως είθισται, βεβαίως.
Κι εκείνη του απάντησε: «Πολύ καλά, πατέρα.
Να συνεχίσει εύχομαι νά ᾿χει αιθρία μέρα
για να ψηθούνε άριστα τούβλα και κεραμίδια
και θά ᾿μαστε εμείς εντός, εκτός κι επί τα ίδια».
Και ο πατήρ εσκέφθηκε ξύνοντας τας μασχάλας
και ούτω πως απάντησε, τι νά ᾿λεγε ο τάλας:
«Εσύ ευδίαν προτιμάς, η αδελφή χειμώνα.
Για ποίαν να προσευχηθώ; Να παίξω ζυγά μόνα;»

Πατήρ κα Θυγατέρες

χων τις δύο θυγατέρας τν μὲν κηπωρ ξέδω-
κε πρς γάμον, τν δὲ τέραν κεραμε. Χρόνου δὲ προ-
ελθόντος κε πρς τν το κηπωρο κα ταύτην ρώτα,
πς χοι κα ν τίνι ατος εη τὰ πράγματα. Τς δὲ επού-
σης πάντα μὲν ατος παρεναι, ν δὲ τοτο εχεσθαι τος
θεος, πως χειμν γένοιται κα μβρος, να τὰ λάχανα
ρδευθ. Μετ ο πολ παρεγένετο κα πρς τν το κε-
ραμέως κα σαύτως πυνθάνετο, πς χοι. Τς δὲ τὰ μὲν
λλα μ νδεσθαι επούσης, τοτο δὲ μόνον εχεσθαι,
πως αθρία τε λαμπρὰ πιμείν κα λαμπρς λιος, να
ξηρανθ κέραμος, επε πρς ατήν: «ν σ μὲν εδίαν
πιζητς, δὲ δελφή σου χειμνα, ποτέρ μν συνεύ-
ξωμαι;»

Αισώπειοι μύθοι, 2016

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ

Δεν γίνεται,
Πρέπει να απομακρύνεσαι.
Το φάσμα του φωτός σου
μετατοπίζεται προς το ερυθρό.



Όταν μια πηγή φωτός απομακρύνεται από τον
παρατηρητή, παρατηρείται μετατόπιση προς το
ερυθρό μέρος του φάσματος (Φαινόμενο Doppler).

ΦΥΔΙΟΔΡΟΜΙΟ, 2002

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Η γριά και ο γιατρός

Τους οφθαλμούς επόνεσε μία γυνή πρεσβύτις·
δεν είχε διόλου συγγενείς, εζούσε μοναχή της.
Συμφώνησε με τον γιατρό το φως της να της δώσει
κι άμα την κάμει όπως πριν, τότε να τον πληρώσει.
Ο ιατρός τής έβαζε τις αλοιφές στα μάτια
κι όσο εκείνη τά ᾿κλεινε, έκλεβε την πραμάτεια.
Κι ως η γριά απέκτησε οξείαν πλέον όραση
τίποτε δεν της άφησε, ούτε καν τηλεόραση.
Αρνείτο τότε η γριά το χρέος να πληρώσει
κι εκείνος εις τη φυλακή θέλησε να τη χώσει.
Έσυρε τότε τη γριά ίσια στο δικαστήριο
γιατί δεν του επλήρωσε ούτε καν το κολλύριο.
«Τι να πληρώσω, κύριοι», τους δικαστές ερώτα,
«που μ᾿ έκανε χειρότερη απ᾿ ό,τι ήμουν πρώτα;
΄Εβλεπα πρώτα ευκρινώς τα πράματά μου όλα·
τώρα δεν βλέπω τίποτε μέσα στην ερμαρόλα».

Γρας κα ατρς

Γυν πρεσβτις τος φθαλμος νοσοσα ατρν
π μισθ παρεκάλεσεν· δὲ εσιών, πότε ατν χριε,
διετέλει κείνης συμμυούσης καθ᾿ ν καστον τν σκευν
φαιρούμενος. πε δὲ πάντα κφορήσας κκείνην θερά-
πευσεν, πτει τν συνταχθέντα μισθν. Μ βουλομένης
δ᾿ ατς πιδοναι γαγεν ατν π τος ρχοντας. δ᾿
λεγε τν μὲν μισθν πισχνεσθαι, ν θεραπεύσ ατς
τὰς ράσεις· νν δὲ χερον διατεθναι· «τότε μὲν γὰρ βλε-
πον» φη «πάντα τὰ π τς οκίας μου σκεύη, νν δὲ οδὲν
δεν δύναμαι.»

Αισώπειοι Μύθοι, 2016

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Τζιτζίκι και μυρμήγκια

Τζιτζίκι και μυρμήγκια

Μέσ᾿ στον χειμώνα στέγνωναν μυρμήγκια το σιτάρι
κι ένα τζιτζίκι ζήτησε λίγα σπυριά να πάρει.
«Γιατί τροφή δεν μάζευες και συ το καλοκαίρι;»
«Νυχθημερόν τραγούδαγα στα σκιερά τα μέρη».
«Αφού λοιπόν ολόκληρο το θέρος τραγουδούσες
χειμώνα τώρα χόρευε, μια κι αγαπάς τις Μούσες».

Τέττιξ κα Μύρμηκες

Χειμνος ρ τν σίτων βραχέντων ο μύρμηκες
ψυχον, τέττιξ δὲ λιμώττων τει ατος τροφν. Ο δὲ μύρ-
μηκες επον ατ: «Διὰ τί τ θέρος ο συνγες τροφήν;»
δέ επεν: «Οκ σχόλαζον, λλ δον μουσικς.» Ο δὲ γε-
λάσαντες επον: «λλ ε θέρους ραις ηλεις, χειμνος
ρχο


Αισώπειοι Μύθοι, 2016